Ψυχοθεραπεία & Κοινωνία
Για την ατομικοποίηση της ψυχικής δυσφορίας — και αυτό που συχνά μένει έξω από το θεραπευτικό δωμάτιο
Σύμφωνα με στοιχεία της European Social Survey (2023–2024), η Ελλάδα εμφανίζει τον υψηλότερο μέσο δείκτη καταθλιπτικών συμπτωμάτων ανάμεσα στις 24 ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα.
Παράδοξο; Ίσως όχι, αν λάβουμε υπόψη τη διαρκή οικονομική ανασφάλεια, την αβεβαιότητα για το μέλλον και το κλίμα δυσπιστίας που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της ζωής μας. Κι όμως, οι κυρίαρχες εξηγήσεις συχνά αναζητούν την πηγή της δυσφορίας μέσα στο άτομο: στον εγκέφαλο, στην προσωπικότητα, στις σκέψεις ή στις επιλογές του.
Υπάρχει όμως μια άλλη ανάγνωση — μια που δεν ξεκινά μόνο από το τι συμβαίνει μέσα στον άνθρωπο, αλλά και από το τι συμβαίνει γύρω του.
Θεωρία
Το προσωπικό είναι πολιτικό
Ωστόσο, αυτή η συζήτηση σπάνια φτάνει στον δημόσιο διάλογο. Πολύ συχνότερα συζητάμε για το πώς θα διαχειριστούμε τη δυσφορία παρά για το πώς παράγεται.
Η παρατήρηση αυτή έχει απασχολήσει εδώ και δεκαετίες κοινωνικά κινήματα που προσπάθησαν να κατανοήσουν τη σχέση ανάμεσα στην ατομική εμπειρία και τις κοινωνικές συνθήκες. Το φεμινιστικό κίνημα το διατύπωσε με έναν τρόπο που έμελλε να γίνει εμβληματικός:το προσωπικό είναι πολιτικό.
Γιατί όμως επιμένουμε τόσο συχνά να αναζητούμε τις αιτίες αποκλειστικά μέσα στο άτομο; Η απάντηση δεν είναι απλή — ίσως όμως έχει και ιστορικό βάθος.
Κάθε εποχή αναπτύσσει τους δικούς της τρόπους να εξηγεί την ανθρώπινη δυσφορία και την απόκλιση από τον κοινωνικό κανόνα. Γυναίκες που δεν συμμορφώνονταν με τα πρότυπα της εποχής τους κάποτε ονομάζονταν μάγισσες. Στα τέλη του 19ου αιώνα έγιναν υστερικές. Σήμερα λαμβάνουν διαγνώσεις διαταραχών προσωπικότητας. Η ετικέτα αλλάζει — η λογική παραμένει:
Κλινική Πράξη
Τι μένει έξω από το θεραπευτικό δωμάτιο
Αυτό που ακολουθεί δεν αποτελεί αμφισβήτηση της αξίας της προσωπικής δουλειάς. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας, να αναλάβουμε ευθύνη για τις επιλογές μας και να βρούμε νέους τρόπους να σχετιστούμε με τον εαυτό μας και τους άλλους.
Θέτει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα:
Στη δουλειά μου συναντώ ανθρώπους που έρχονται με άγχος, εξουθένωση, καταθλιπτική διάθεση, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή δυσκολίες στις σχέσεις τους. Μαζί προσπαθούμε να κατανοήσουμε την εμπειρία τους, να αναγνωρίσουμε μοτίβα, να επεξεργαστούμε τραύματα και να βρούμε τρόπους να σχετίζονται διαφορετικά με τον εαυτό τους και τους άλλους.
Αναρωτιέμαι όμως πόσο ολοκληρωμένη μπορεί να είναι αυτή η κατανόηση αν αγνοήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν αυτές οι εμπειρίες. Πόσο συχνά αντιμετωπίζουμε ως προσωπικό πρόβλημα κάτι που μπορεί να αποτελεί μια απολύτως λογική αντίδραση σε συνθήκες που κανείς δεν θα επέλεγε;
Μπορεί να δουλεύεις για χρόνια τη σχέση σου με τα χρήματα — χωρίς να εξετάζεις πώς η οικονομική ανασφάλεια και η εργασιακή εκμετάλλευση έχουν κανονικοποιηθεί τόσο βαθιά, ώστε να μοιάζουν περισσότερο με προσωπική αδυναμία παρά με κοινωνικό πρόβλημα.
Μπορεί να δουλεύεις για χρόνια την εικόνα σώματος — χωρίς να εξετάζεις πώς η κουλτούρα της δίαιτας και η πατριαρχική ματιά σε έμαθαν να κοιτάζεις το σώμα σου μέσα από ένα βλέμμα που δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό σου.
Μπορεί να δουλεύεις χρόνια τα τραύματα της παιδικής ηλικίας — χωρίς να εξετάσεις ποτέ ότι τα τραύματα των γονιών σου δεν ξεκίνησαν από εκείνους. Ότι το διαγενεακό τραύμα μεταδίδεται μέσα από συστήματα, όχι μόνο μέσα από οικογένειες.
Η θεραπεία σε βοηθά να αλλάξεις τη σχέση σου με αυτές τις εμπειρίες. Και αυτό μετράει. Αλλά δεν αλλάζει τις ίδιες τις συνθήκες που τις γέννησαν.
Προβληματισμός
Τι αναζητούμε από τη θεραπεία;
Για πολλούς ανθρώπους, το να παραμένουν όρθιοι κάτω από δύσκολες συνθήκες είναι ήδη κάτι μεγάλο — και αξίζει να αναγνωρίζεται ως τέτοιο.
Αυτό που θέτω είναι ένα διαφορετικό ερώτημα: τι ακριβώς επιδιώκουμε στην ψυχοθεραπεία; Μια καλύτερη προσαρμογή στις υπάρχουσες συνθήκες; Μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού; Ή και μια πιο κριτική κατανόηση του κόσμου μέσα στον οποίο αυτός ο πόνος παράγεται;
Όταν εμπειρίες που μοιράζονται χιλιάδες άνθρωποι ερμηνεύονται αποκλειστικά ως ατομικές υποθέσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί από το βλέμμα μας η κοινή τους διάσταση. Και όταν χάνεται αυτή η διάσταση, χάνεται μαζί της και η δυνατότητα να σκεφτούμε όχι μόνο προσωπικές αλλά και συλλογικές απαντήσεις.
Γι' αυτό προσκαλώ όσους εμπλέκονται με τη θεραπεία — είτε ως θεραπευόμενους είτε ως θεραπευτές — να παραμένουν περίεργοι. Να θέτουν δύσκολες ερωτήσεις. Όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν.
Ίσως τελικά το ζητούμενο να μην είναι μόνο να «τα βρούμε με τον εαυτό μας».
Ίσως να είναι και να αναρωτηθούμε μέσα σε ποιον κόσμο καλείται αυτός ο εαυτός να υπάρξει.
Και ίσως η ανακούφιση ξεκινά από τη στιγμή που σταματάμε να αντιμετωπίζουμε ως προσωπική αποτυχία κάτι που δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά προσωπικό.